ἱκέσιος

ἱκέσ-ιος, α, ον, or ος, ον (v. infr.),
A of or for suppliants, epith. of Zeus, their protector, A.Supp. 616, S.Ph.484, E.Hec.345, SIG929 ([place name] Cos); also Ἱκέσιος alone, IG12 (3).402 ([place name] Thera);

πρὸς Ἱκεσίου Luc.Pisc.3

;

ἱκεσία Θέμις Διός A.Supp. 360

(lyr.).
2 of or consisting of suppliants,

παρθένων ἱ. λόχος Id.Th.111

(lyr.).
3 suppliant,

ἱκεσίους πέμπων λιτάς S.Ph.495

;

ἱκεσίαν . . προστροπάν E.Heracl.108

(lyr.);

ἱκεσίοις σὺν κλάδοις Id.Supp. 102

; ἱκεσίᾳ χερί ib.108; ἀνάγκας ἱκεσίους λῦσαι ib.39; of persons,

ἱκέσιός σε λίσσομαι S.Ant.1230

;

ἱκεσία τε γίγνομαι E.Med.710

: ἱκέσιος, , as Subst., suppliant, Berl.Sitzb.1927.167 ([place name] Cyrene).
II ἡ Ἱκέσιος (sc. ἔμπλαστρος), name of a plaster, Paul.Aeg.3.62, 7.17;

ἡ Ἱκεσίου Id.3.64

. [ῐκ-, exc. metri gr. in A.R.2.215.]

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἱκέσιος — of masc nom sg ἱκέσιος of masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἱκέσιος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ικέσιος — I Επωνυμία του Δία ως προστάτη των ικετών. Η επωνυμία αυτή είναι συγγενική με την επωνυμία Ξένιος. Ο Δίας λατρευόταν ως Ι. στη Δήλο, στη Ρόδο, στη Θήρα, στην Κω και στην Αθήνα. II (1ος αι. π.Χ.). Γιατρός, οπαδός του Ερασίστρατου. Ίδρυσε δική του… …   Dictionary of Greek

  • Λάτρης, Ικέσιος — (1799 – 1881). Αγωνιστής του 1821 και δημοσιογράφος. Αναφέρεται ότι γεννήθηκε στη Σμύρνη, αλλά η καταγωγή του ήταν κρητική. Υπήρξε μαθητής του Κ. Κούμα και του Οικονόμου. Όταν πληροφορήθηκε την έναρξη της Επανάστασης, επέστρεψε στην Ελλάδα και… …   Dictionary of Greek

  • ἱκέσιον — ἱκέσιος of masc acc sg ἱκέσιος of neut nom/voc/acc sg ἱκέσιος of masc/fem acc sg ἱκέσιος of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκεσίων — ἱκέσιος of fem gen pl ἱκέσιος of masc/neut gen pl ἱκέσιος of masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκεσίοιο — ἱκέσιος of masc/neut gen sg (epic) ἱκέσιος of masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκεσίοις — ἱκέσιος of masc/neut dat pl ἱκέσιος of masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκεσίοισι — ἱκέσιος of masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) ἱκέσιος of masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκεσίου — ἱκέσιος of masc/neut gen sg ἱκέσιος of masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκεσίους — ἱκέσιος of masc acc pl ἱκέσιος of masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.